ἀρνειός

ἀρνειός
Grammatical information: m.
Meaning: `ram' (Il.). Cf. ἀρνειός· ὁ τριετης κριός H. Also Pausanias 159 Erbse who cites Istros ἄρνα, εἶτα ἀμνόν, εἶτα ἀρνειόν, εἶτα λιπογνώμονα.
Other forms: for ἀρνηός s. below
Dialectal forms: Att. ἀρνεώς m.
Derivatives: Fem. pl. ἀρνηάδες, -άδων (Aeol., Del.3 644, 15).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Att. ἀρνεώς shows that the form must have been *ἀρνηός, which is confirmed by ἀρνηάδες (Wackernagel Akzent 32); the form with ε in Homer had to be read long. The old connection with (Ϝ)ἀρήν was rejected by Meillet IF 5, 328f., because of the meaning and because the word had no digamma. He explained it as *ἀρσν-ηϜός, to ἄρσην, as the male animal, cf. ὄιν ἀρνειόν as opposed to θῆλυν κ 572. Rather from a verb *ἀρνευω, which is confirmed by ἀρνευτήρ (s.v.); s. Bechtel Lex. As the glosses indicate, it was a designation for a certain age (Benveniste BSL 45, 103).
Page in Frisk: 1,145

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αρνειός — ἀρνειός και ἀρνηός, ο (Α) 1. το κριάρι 2. ως επίθ. «ὄιν ἀρνειόν» αρσενικό πρόβατο 3. ο αστερισμός του Κριού. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αρνειός < *αρσνειός (πρβλ. πτέρνα, γοτθ. fairzna) < *αρσνηFός (πρβλ. άρσην). Η σύνδεση με τον τ. Fαρήν είναι… …   Dictionary of Greek

  • άρνειος — ἄρνειος, α, ον (Α) [αρήν] ο αρνίσιος, αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε αρνί …   Dictionary of Greek

  • ἀρνειός — ram masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρνειος — of a lamb masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνείων — ἄρνειος of a lamb fem gen pl ἄρνειος of a lamb masc/neut gen pl ἀρνεῖον sheep neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρνειον — ἄρνειος of a lamb masc acc sg ἄρνειος of a lamb neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνειοῖο — ἀρνειός ram masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνειοῖς — ἀρνειός ram masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνειοῖσιν — ἀρνειός ram masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνειοί — ἀρνειός ram masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρνειοῦ — ἀρνειός ram masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.